Σε ένα γραφικό νησί των Κυκλάδων, όπου οι λευκές παραλίες συναντούσαν τα γαλάζια νερά του Αιγαίου και ο αέρας μύριζε αλμύρα, αγριολούλουδα και φρέσκο ψάρι από τις ταβέρνες, η Σοφία και ο Δημήτρης είχαν φέρει τα δύο μικρά παιδιά για καλοκαιρινές διακοπές γεμάτες ήλιο και παιχνίδι. Αυτή η ερωτική ιστορία συνεχίζει τις σεξουαλικές ιστορίες τους, εστιάζοντας σε νυχτερινές περιπέτειες που εξάπτουν τη φαντασία με έντονο πόθο και κρυφές στιγμές ηδονής. Το νησί, με τα στενά σοκάκια, τα ασβεστωμένα σπίτια και τους απομονωμένους όρμους, ήταν ιδανικό για οικογενειακές μέρες, αλλά το βράδυ, όταν τα παιδιά κοιμόντουσαν βαθιά στο ενοικιαζόμενο σπίτι δίπλα στη θάλασσα, ο Δημήτρης και η Σοφία άφηναν ελεύθερο τον άγριο πόθο τους, μετατρέποντας τις νύχτες σε sexy ιστορίες γεμάτες υγρά κορμιά και βογκητά. Η Σοφία, 37 χρονών με κόκκινα μαλλιά που κυμάτιζαν στον νησιώτικο άνεμο και μαυρισμένο δέρμα που γυάλιζε από το αλάτι και τον ιδρώτα, περνούσε τις μέρες παίζοντας με τα παιδιά στην άμμο, μαζεύοντας κοχύλια και χτίζοντας κάστρα, ενώ ο Δημήτρης, στα τέλη των σαράντα με γκριζομάλλα μαλλιά και μυώδες σώμα που φαινόταν ακόμα πιο ελκυστικό κάτω από τον ήλιο, ετοίμαζε βόλτες με βάρκα και ψησταριές στην παραλία. Το σπίτι τους ήταν ένα παραδοσιακό κυκλαδίτικο οίκημα με άσπρους τοίχους, μπλε παράθυρα και μια ευρύχωρη βεράντα που έβλεπε στο πέλαγος, όπου ο ήχος των κυμάτων γινόταν ρυθμός για τις νυχτερινές τους συναντήσεις, και η μυρωδιά της θάλασσας αναμιγνυόταν με αυτήν του ιδρώτα και του πόθου. Οι μέρες ήταν γεμάτες αθώα γέλια – τα παιδιά έτρεχαν ξυπόλητα, βουτώντας στα ρηχά νερά και μαζεύοντας αστερίες – αλλά τα βλέμματα μεταξύ Σοφίας και Δημήτρη ήταν φορτισμένα, υποσχόμενα αυτό που θα ερχόταν όταν έδυε ο ήλιος. Το νησί έμοιαζε με ερωτικό παράδεισο, με ταβερνάκια που σερβίριζαν ούζο και φρέσκο χταπόδι, μονοπάτια που οδηγούσαν σε κρυφούς όρμους και έναν νυχτερινό ουρανό γεμάτο αστέρια που φώτιζε τις μυστικές τους στιγμές, κάνοντας κάθε βράδυ μια νέα ιστορία sex γεμάτη ένταση.
Η πρώτη νύχτα στο νησί ήταν ήδη φορτισμένη από την κούραση του ταξιδιού και την προσμονή. Τα παιδιά, εξαντλημένα από το παιχνίδι στην παραλία, αποκοιμήθηκαν νωρίς στα κρεβάτια τους, ο ρυθμικός ήχος της αναπνοής τους να γεμίζει το σπίτι σαν γλυκό νανούρισμα. Η Σοφία και ο Δημήτρης κάθισαν στη βεράντα, πίνοντας ούζο από μικρά ποτηράκια, ο αέρας δροσερός και υγρός, φέρνοντας τη μυρωδιά της θάλασσας που έσκαγε απαλά στα βράχια κάτω. Τα μάτια τους συναντήθηκαν στο ημίφως, και χωρίς λόγια, ο Δημήτρης πήρε το χέρι της, τραβώντας την μέσα στο δωμάτιο τους. “Θέλεις να ξεκινήσουμε;” ρώτησε με χαμηλή φωνή, και εκείνη απάντησε “Ναι, δεν αντέχω άλλο”. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα φιλί πεινασμένο, τα χέρια του να γλιστρούν κάτω από το ελαφρύ νυχτικό της, βρίσκοντας τα στήθη της γυμνά και ζεστά, τσιμπώντας τις θηλές μέχρι να σκληρύνουν σαν διαμάντια. Η Σοφία αναστέναξε, νιώθοντας το μουνί της να υγραίνεται αμέσως, τα υγρά να στάζουν στους μηρούς της από την προσμονή. Ο Δημήτρης την έσπρωξε στο κρεβάτι, γονατίζοντας μπροστά της, η γλώσσα του να γλείφει αργά το μουνί της, ρουφώντας την κλειτορίδα της σαν να ήταν το πιο γλυκό φρούτο, τα δάχτυλά του να μπαίνουν βαθιά μέσα της, νιώθοντας τα τοιχώματα να σφίγγουν γύρω τους. “Πιο γρήγορα”, ψιθύρισε εκείνη, και εκείνος επιτάχυνε, η γλώσσα του να παίζει ρυθμικά, η γεύση της αλμυρή και γλυκιά στο στόμα του, ενώ τα βογκητά της γέμιζαν το δωμάτιο, αναμιγνυόμενα με τον ήχο των κυμάτων έξω. “Εντάξει;” ρώτησε, και “Ναι, συνέχισε”, απάντησε, πιάνοντας τα μαλλιά του και πιέζοντάς τον πιο κοντά. Μετά, εκείνη γονάτισε, παίρνοντας τον πούτσο του στο στόμα, ρουφώντας την κεφαλή με λαχτάρα, η γλώσσα της να γυρίζει γύρω από τις φλέβες, σάλια να τρέχουν από τα χείλη της, νιώθοντας τον να σκληραίνει ακόμα περισσότερο στο λαιμό της. “Πιπίλα τον βαθιά”, είπε εκείνος, και εκείνη υπάκουσε, τα μάτια της δακρυσμένα από την ένταση, η γεύση του αντρική και καυτή. Σηκώθηκε, και μπήκε μέσα της από πίσω, το καυλί του να χτυπάει βαθιά στο μουνί της, τα χτυπήματα δυνατά και ρυθμικά, ο ιδρώτας να κυλάει στα κορμιά τους, η μυρωδιά του σεξ να τυλίγει το δωμάτιο σαν νέφος. “Γάμησέ με πιο σκληρά”, φώναξε σιγανά, και εκείνος επιτάχυνε, τα χέρια του να πιάνουν τους γοφούς της, δαγκώνοντας τον ώμο της, μέχρι να χύσουν μαζί, το σπέρμα του να γεμίζει το μουνί της, υγρά να στάζουν στα σεντόνια.
Η δεύτερη νύχτα ήταν ακόμα πιο έντονη, καθώς η κούραση της μέρας είχε φουντώσει τον πόθο τους. Τα παιδιά κοιμήθηκαν αμέσως μετά το δείπνο σε μια ταβέρνα, όπου είχαν φάει φρέσκο ψάρι και σαλάτες, και η Σοφία ένιωθε το κρασί να ζεσταίνει το αίμα της. Επέστρεψαν στο σπίτι, και μόλις έκλεισαν την πόρτα του δωματίου, ο Δημήτρης την κόλλησε στον τοίχο, τα χείλη του να δαγκώνουν τον λαιμό της, τα χέρια του να σκίζουν σχεδόν το φόρεμά της, αποκαλύπτοντας τα στήθη της. “Θέλεις να παίξουμε;” ρώτησε, και εκείνη απάντησε “Ναι, πάρε με τώρα”. Την σήκωσε στα χέρια του, μεταφέροντάς την στο κρεβάτι, όπου την έγειρε ανάσκελα, η γλώσσα του να κατεβαίνει στο μουνί της, γλείφοντας αργά την κλειτορίδα της, ρουφώντας τα υγρά της που έσταζαν άφθονα, τα δάχτυλά του να μπαίνουν και να βγαίνουν ρυθμικά, νιώθοντας την να τρέμει από ηδονή. “Πιο βαθιά”, ψιθύρισε εκείνη, και εκείνος πρόσθεσε ένα τρίτο δάχτυλο, τεντώνοντας το μουνί της, η γεύση της να τον τρελαίνει. Μετά, εκείνη τον έσπρωξε κάτω, καβαλίκευοντάς τον, το μουνί της να ρουφάει τον πούτσο του σαν παγίδα, λικνιζόμενη πάνω του, τα στήθη της να κουνιούνται ρυθμικά, τα βογκητά της να ηχούν σαν μουσική. “Εντάξει;” ρώτησε, και “Ναι, γάμησέ με από κάτω”, απάντησε, ενώ εκείνος ώθησε τους γοφούς του πάνω, χτυπώντας βαθιά, ο ιδρώτας να κολλάει τα κορμιά τους, η μυρωδιά της θάλασσας από το ανοιχτό παράθυρο να αναμιγνύεται με αυτήν του σεξ. Κορυφώσανε με ένταση, το σπέρμα του να χύνεται μέσα της, κύματα οργασμού να την κάνουν να σπαρταράει πάνω του, υγρά να στάζουν στα αρχίδια του.
Οι νύχτες συνεχίστηκαν με νέες περιπέτειες, κάθε φορά πιο τολμηρές. Την τρίτη νύχτα, πήγαν στη βεράντα, γυμνοί κάτω από το φεγγάρι, ο Δημήτρης να την γυρίζει από πίσω, μπαίνοντας βαθιά στο μουνί της, τα χτυπήματα να ηχούν σαν χαστούκια, ενώ τα κύματα σκάγανε κάτω. “Πιο γρήγορα”, είπε εκείνη, και εκείνος επιτάχυνε, τα χέρια του να χτυπάνε ελαφρά τον κώλο της, αφήνοντας κόκκινα σημάδια, η ηδονή να τους τυλίγει σαν κύμα. “Θέλεις να δοκιμάσουμε από πίσω;” ρώτησε, και “Ναι, βάλε τον πούτσο σου εκεί”, απάντησε, νιώθοντας τον να μπαίνει αργά στο κωλοτρυπίδα της, τεντώνοντάς την, ο πόνος να γίνεται ηδονή, τα βογκητά τους να μπλέκονται με τον άνεμο. Χύσανε μαζί, το σπέρμα να γεμίζει μέσα της, το σώμα της να τρέμει από οργασμό. Την τέταρτη νύχτα, χρησιμοποίησαν ένα σχοινί από τη βάρκα για δεσίματα, δένοντας τα χέρια της πίσω, “Εντάξει;” ρώτησε, και “Ναι, γάμησέ με δεμένη”, απάντησε, ενώ εκείνος την πήρε όρθια, ο πούτσος του να χτυπάει βαθιά, η αίσθηση της ευαλωτότητας να εντείνει την ηδονή. Οι αισθήσεις ήταν συντριπτικές: ο ιδρώτας να κυλάει, η μυρωδιά της θάλασσας, ο ήχος των κυμάτων, τα κορμιά τους να κολλάνε. Κάθε νύχτα ήταν μια νέα ιστορία sex, γεμάτη πόθο και εξερεύνηση.
Οι νυχτερινές περιπέτειες κορυφώθηκαν την τελευταία νύχτα, όταν πήγαν σε έναν απομονωμένο όρμο με βάρκα, τα αστέρια πάνω τους σαν μάρτυρες. Η Σοφία γδύθηκε, το σώμα της να γυαλίζει, και ο Δημήτρης την πήρε στο κατάστρωμα, το καυλί του να μπαίνει βαθιά, τα κύματα να λικνίζουν τη βάρκα, τα βογκητά τους να χάνονται στη νύχτα. “Πιο σκληρά”, είπε εκείνη, και εκείνος υπάκουσε, μέχρι να χύσουν, το σπέρμα να στάζει στο ξύλο. Αυτή η σεξυ ιστορία τελείωσε με αναμνήσεις που θα τους συνόδευαν πίσω στην Αθήνα.