Με λένε Γιάννη, και όλα ξεκίνησαν χωρίς να το περιμένω, ορκίζομαι. Είμαι 19 χρονών, φοιτητής στην Αθήνα, και εκείνο το απόγευμα της Κυριακής, καθόμουν στο διαμέρισμά μου στην Κυψέλη, κάνοντας βαριεστημένα το σιδέρωμα. Σε αυτή την ερωτική ιστορία, θα σας διηγηθώ μια παθιασμένη ιστορία σεξ που άλλαξε τη ζωή μου, γεμάτη κρυφές επιθυμίες και νυχτερινές περιπέτειες που εξάπτουν τη φαντασία. Το διαμέρισμα ήταν μικρό αλλά άνετο, με μεγάλα παράθυρα που έβλεπαν σε έναν πολυσύχναστο δρόμο, όπου ο αέρας μύριζε καυσαέριο και φρεσκοψημένο καφέ από τα κοντινά μαγαζιά. Είχα ένα σωρό ρούχα να σιδερώσω – πουκάμισα, παντελόνια, ακόμα και ένα φόρεμα της εξαδέρφης μου που είχε ξεχάσει εδώ την τελευταία φορά που είχε έρθει να μείνει. Ήμουν μόνος, οι γονείς μου είχαν φύγει για Σαββατοκύριακο στην εξοχή, και εγώ, ένας νεαρός γεμάτος ορμόνες και περιέργεια για το σεξ, σκεφτόμουν πώς θα περνούσα το βράδυ. Ήμουν ψηλός, μελαχρινός, με γυμνασμένο σώμα από τα γυμναστήρια, και ένα χαμόγελο που μου έλεγαν ότι ήταν γοητευτικό, αλλά ακόμα δεν είχα πολλές εμπειρίες – μόνο μερικά φιλιά και αγγίγματα με κορίτσια από το πανεπιστήμιο. Εκείνη τη στιγμή, η θεία μου η Ελένη, η αδερφή της μητέρας μου, μπήκε από την πόρτα χωρίς να χτυπήσει – είχε κλειδιά, αφού ερχόταν συχνά να με ελέγχει όταν οι γονείς μου έλειπαν. Η Ελένη ήταν 38 χρονών, μια γυναίκα με εκπληκτικό πρόσωπο – καταγάλανα μάτια σαν τη θάλασσα, μακριά καστανά μαλλιά που έπεφταν σε κύματα, και ένα σώμα που, παρόλο που είχε τρία παιδιά, ήταν ακόμα ελκυστικό, με καμπύλες που σε έκανε να ονειρεύεσαι. Είχε έναν σύζυγο που ήταν πάντα απασχολημένος με τη δουλειά του, και εκείνη εργαζόταν σε ένα γραφείο, φορώντας πάντα ρούχα που τόνιζαν τη θηλυκότητά της. Μαζί της ήταν η Νίκη, η 19χρονη εξαδέρφη μου, η κόρη της Ελένης, ένα κορίτσι με σφιχτό σώμα, μακριά ξανθά μαλλιά και ένα χαμόγελο που σε έκανε να λιώνεις. Η Νίκη ήταν φοιτήτρια σαν εμένα, και είχαμε μεγαλώσει μαζί, παίζοντας ως παιδιά, αλλά τώρα, βλέποντάς την, ένιωθα μια περίεργη έλξη – τα στήθη της σφιχτά, οι γοφοί της λεπτοί, και ένα βλέμμα που έκρυβε πονηριά. “Γεια σου, Γιάννη”, είπε η Ελένη, χαμογελώντας, και η Νίκη μου έριξε ένα βλέμμα που με έκανε να νιώσω ζεστασιά στο καυλί μου. Δεν περίμενα ότι αυτή η επίσκεψη θα γινόταν μια από τις πιο sexy ιστορίες της ζωής μου, γεμάτη πόθο και απαγορευμένες αισθήσεις.
Η Ελένη κάθισε στον καναπέ, βγάζοντας το παλτό της, αποκαλύπτοντας ένα κοντό φόρεμα που αγκαλιάζε τις καμπύλες της, και η Νίκη πήγε στην κουζίνα να φτιάξει καφέ. “Πώς τα πας με το πανεπιστήμιο;” ρώτησε η Ελένη, τα μάτια της να λάμπουν, και εγώ ένιωσα μια περίεργη ένταση – πάντα μου άρεσε η θεία μου, αλλά τώρα, μόνοι στο σπίτι, η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. Η Μαρίνα, η κοπέλα μου, ήταν μακριά για δουλειά, και εγώ ένιωθα μόνος, ορμόνες να βράζουν. Η Ελένη, χήρα πια, μετά από έναν δύσκολο γάμο, και η Νίκη είχε μόλις χωρίσει από τον φίλο της, κάνοντας τις συζητήσεις μας πιο προσωπικές. Καθίσαμε στο σαλόνι, με το κρασί να ρέει – η Ελένη είχε φέρει ένα μπουκάλι – και η συζήτηση γινόταν όλο και πιο ανοιχτή. “Η Νίκη έχει ένα project για τη φωτογραφία”, είπε η Ελένη, “και το μοντέλο της ακύρωσε”. Η Νίκη εξήγησε: “Είναι για το μάθημα, bikini φωτογραφίες, αλλά τώρα δεν έχω κανέναν”. Ένιωσα το καυλί μου να σκληραίνει στη σκέψη – η Νίκη να ποζάρει; “Μπορώ να βοηθήσω”, είπα, και η Ελένη γέλασε: “Εσύ; Είσαι αγόρι”. Αλλά η Νίκη χαμογέλασε: “Γιατί όχι; Αλλά χρειάζομαι γυναίκα”. Η συζήτηση πήγε στο πώς η Ελένη θα μπορούσε να βοηθήσει, και σύντομα, ο αέρας γέμιζε με υπονοούμενα. Η Ελένη, με το φόρεμά της να ανεβαίνει ελαφρά, είπε: “Δεν έχω το σώμα για bikini πια”, και εγώ απάντησα: “Είσαι υπέροχη”. Η Νίκη πρότεινε να δοκιμάσουμε, και η ένταση κορυφωνόταν, με το κρασί να ζεσταίνει τα κορμιά μας.
Η Νίκη έφερε την κάμερα, και η Ελένη δοκίμασε ένα bikini από την τσάντα της Νίκης – μαύρο, στενό, που αγκαλιάζε τις καμπύλες της. “Πώς φαίνομαι;” ρώτησε, και εγώ ένιωσα το καυλί μου να σκληραίνει: “Καταπληκτική”. Η Νίκη ξεκίνησε να φωτογραφίζει, και η Ελένη ποζάριζε, τα μάτια της να λάμπουν από ενθουσιασμό. “Θέλεις να βοηθήσεις;” ρώτησε η Νίκη, και εγώ κούνησα το κεφάλι “Ναι”. Η Μαρίνα ήταν μακριά, αλλά η λαχτάρα μου για αυτές τις γυναίκες ήταν ασταμάτητη. Η Ελένη γέλασε: “Γιάννη, είσαι σίγουρος;” και απάντησα “Ναι, ας το κάνουμε”. Η Νίκη έβγαλε το bikini της, αποκαλύπτοντας το σφιχτό σώμα της, και η Ελένη ακολούθησε, τα στήθη της γεμάτα, το μουνί της υγρό από καύλα. “Γδύσου”, είπε η Νίκη, και εγώ υπάκουσα, ο πούτσος μου σκληρός και παλλόμενος. Η Ελένη τον έπιασε, τρίβοντάς τον αργά: “Θέλω να σε νιώσω”. Η Νίκη γονάτισε, ρουφώντας τον πούτσο μου, η γλώσσα της να γυρίζει γύρω από την κεφαλή, σάλια να τρέχουν, ενώ η Ελένη με φιλούσε, τα χείλη της υγρά και ζεστά. “Γάμησέ με”, ψιθύρισε η Νίκη, και μπήκα μέσα της, το μουνί της σφιχτό και υγρό, τα βογκητά της να γεμίζουν το δωμάτιο. Η Ελένη έγλειφε το μουνί της Νίκης ενώ γαμιόμουν, η γεύση της να την τρελαίνει. Αλλάξαμε, γαμώντας την Ελένη από πίσω, το καυλί μου να χτυπάει βαθιά, ενώ η Νίκη ρουφούσε τις θηλές της. Τα κορμιά μας ιδρωμένα, υγρά να στάζουν, μυρωδιές πόθου να τυλίγουν τον χώρο. Χύσαμε μαζί, το σπέρμα μου να γεμίζει το μουνί της Ελένης, τα βογκητά μας να ηχούν σαν οργασμική συμφωνία.
Αλλά η νύχτα δεν τελείωσε εκεί. Μετά από λίγο ξεκούραση, η Νίκη ψιθύρισε: “Θέλω να σε δοκιμάσω από πίσω”, και η Ελένη γέλασε: “Και εγώ θέλω να νιώσω τον πούτσο σου ξανά”. Ξεκινήσαμε πάλι, με τη Νίκη να γονατίζει και να ρουφάει τον πούτσο μου, ενώ η Ελένη έγλειφε το μουνί της Νίκης από κάτω. Τα σάλια της Νίκης έσταζαν στο καυλί μου, η γεύση μου αλμυρή στα χείλη της, και η Ελένη βογκούσε: “Γάμησέ την, Γιάννη”. Μπήκα στο μουνί της Νίκης από πίσω, χτυπώντας δυνατά, τα αρχίδια μου να χτυπάνε στους μηρούς της, ενώ η Ελένη τρίβονταν το μουνί της βλέποντάς μας. “Πιο βαθιά”, φώναξε η Νίκη, και εγώ έσπρωχνα ποιο δυνατά, νιώθοντας το μουνί της να σφίγγει γύρω από τον πούτσο μου, υγρά να στάζουν στο πάτωμα. Η Ελένη ήρθε κοντά, γλείφοντας τα αρχίδια μου ενώ γαμούσα τη Νίκη, η γλώσσα της ζεστή και υγρή. Χύσαμε ξανά, το σπέρμα μου να γεμίζει το μουνί της Νίκης, και η Ελένη το έγλειφε μετά, η γεύση μας ανακατεμένη στα χείλη της.
Η νύχτα συνεχίστηκε με περισσότερες σκηνές – η Ελένη να με καβαλάει, το μουνί της υγρό και ζεστό γύρω από τον πούτσο μου, τα στήθη της να κουνιούνται ρυθμικά, ενώ η Νίκη έγλειφε την κλειτορίδα της. “Γάμησέ με πιο γρήγορα”, βογκούσε η Ελένη, και εγώ ώθησα, νιώθοντας το καυλί μου να χτυπάει βαθιά. Τα βογκητά τους γέμιζαν το δωμάτιο, ο ιδρώτας να κολλάει τα κορμιά μας, η μυρωδιά του σεξ να είναι μεθυστική. Αλλάξαμε, με τη Νίκη από πίσω, το καυλί μου να μπαίνει στο κωλοτρυπίδα της αργά, ο πόνος να γίνεται ηδονή, ενώ η Ελένη ρουφούσε τις θηλές της. “Ναι, εκεί”, φώναζε η Νίκη, και εγώ χτυπούσα, τα υγρά της να στάζουν. Χύσαμε πολλές φορές, τα χύσια μου να καλύπτουν τα κορμιά τους, και στο τέλος αγκαλιαστήκαμε, εξαντλημένοι αλλά ικανοποιημένοι.