Με λένε Γιάννη, και μια εβδομάδα μετά από εκείνη τη νύχτα που η θεία μου η Ελένη και η εξαδέρφη μου η Νίκη μου είχαν δώσει τη μεγαλύτερη ηδονή της ζωής μου, βρέθηκα ξανά στο κατώφλι του σπιτιού τους, με το καυλί μου να σκληραίνει μόνο στη σκέψη του τι θα ακολουθούσε. Σε αυτή την ερωτική ιστορία, η συνέχεια αυτής της παθιασμένης ιστορίας σεξ εξερευνά πώς ο πόθος γίνεται ακόμα πιο έντονος όταν υπάρχει κίνδυνος, γεμάτη κρυφές ματιές και ριψοκίνδυνες στιγμές που εξάπτουν τη φαντασία. Ήμουν ακόμα 19 χρονών, φοιτητής, και το σώμα μου βραζόταν από ορμόνες – ψηλός, μελαχρινός, με γυμνασμένο σώμα από τα βάρη, και ένα καυλί που σκληραίνει με το παραμικρό στη σκέψη τους. Η Ελένη, η θεία μου, 38 χρονών, με καταγάλανα μάτια σαν τη θάλασσα, μακριά καστανά μαλλιά και ένα σώμα με καμπύλες που με τρέλαιναν – στήθη γεμάτα, γοφοί φαρδιοί, και ένα μουνί υγρό και ζεστό που θυμόμουν από τη νύχτα μας. Η Νίκη, η εξαδέρφη μου και κόρη της Ελένης, 19 χρονών σαν εμένα, με σφιχτό κορμί, ξανθά μαλλιά και ένα βλέμμα πονηρό που μου έλεγε “θέλω να σε γαμήσω”. Το σπίτι τους ήταν στην Πατησίων, ένα μεγάλο διαμέρισμα με ψηλά ταβάνια, παλιά έπιπλα και μια κουζίνα γεμάτη μυρωδιές από μαγειρευτά – εκείνο το απόγευμα μύριζε καφέ και κουλουράκια που είχε φτιάξει η Ελένη. Είχα έρθει με πρόφαση να βοηθήσω με έναν υπολογιστή που είχε πρόβλημα, αλλά στην πραγματικότητα, το καυλί μου ήταν σκληρό από το πρωί, σκεφτόμενος πώς θα τις γαμήσω ξανά. Η Μαρίνα, η κοπέλα μου, ήταν μακριά, και εγώ ένιωθα ελεύθερος, αλλά η κατάσταση έγινε ριψοκίνδυνη όταν μπήκα και βρήκα τη μητέρα μου εκεί, να πίνει καφέ με την Ελένη. Η μητέρα μου, 45 χρονών, μια γυναίκα με μαύρα μαλλιά και ζεστό χαμόγελο, είχε έρθει απροειδοποίητα για επίσκεψη, και η παρουσία της έκανε τον πόθο μου ακόμα πιο έντονο – έπρεπε να κρύψω τα πάντα, αλλά η καύλα μου δεν σταματούσε.
Φτάνοντας στο σπίτι, χτύπησα το κουδούνι, και η Ελένη άνοιξε την πόρτα, φορώντας ένα χαλαρό φόρεμα που αγκαλιάζε τις καμπύλες της, τα μάτια της να λάμπουν από ενθουσιασμό. “Γιάννη, καλώς ήρθες”, είπε με φωνή απαλή, αλλά το βλέμμα της έλεγε “θέλω τον πούτσο σου”. Μπήκα μέσα, νιώθοντας το καυλί μου να σκληραίνει ήδη, αλλά σταμάτησα απότομα όταν είδα τη μητέρα μου να κάθεται στο σαλόνι, πίνοντας καφέ. “Γιάννη μου, τι έκπληξη!” είπε εκείνη, σηκώνοντας να με αγκαλιάσει, και εγώ ένιωσα ένα κύμα πανικού – πώς θα κρυβόμουν τώρα; Η Νίκη ήταν στον καναπέ, φορώντας σορτσάκι που έδειχνε τα μακριά της πόδια, και μου έριξε ένα πονηρό χαμόγελο, αλλά η παρουσία της μητέρας μου έκανε τα πάντα ριψοκίνδυνο. Κάθισα στο τραπέζι, με την Ελένη να μου σερβίρει καφέ, τα χέρια της να αγγίζουν ελαφρά τα δικά μου, στέλνοντας ρίγη. “Πώς τα πας με το πανεπιστήμιο;” ρώτησε η μητέρα μου, και εγώ απάντησα μηχανικά, ενώ κάτω από το τραπέζι, το πόδι μου έαγγιξε αυτό της Ελένης, και εκείνη χαμογέλασε κρυφά. Η Νίκη κάθισε δίπλα μου, το χέρι της να αγγίζει τον μηρό μου, και ψιθύρισε: “Θέλω να νιώσω τον καυλί σου ξανά”. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά, ο κίνδυνος να μας πιάσει η μητέρα μου με έκανε να καυλώσω τρελά – ήταν σαν παιχνίδι, ριψοκίνδυνο και ερεθιστικό.
Η μητέρα μου μιλούσε για τα νέα της οικογένειας, αλλά εγώ δεν άκουγα – το χέρι μου γλίστρησε κάτω από το τραπέζι, αγγίζοντας τον μηρό της Ελένης, τα δάχτυλά μου να ανεβαίνουν αργά προς το μουνί της. Εκείνη δάγκωσε το χείλι της, τα μάτια της να λάμπουν, και ψιθύρισε: “Πιο πάνω, Γιάννη, θέλω να νιώσω τα δάχτυλά σου στο μουνί μου”. Η Νίκη είδε τι γινόταν και χαμογέλασε, το πόδι της να τρίβεται στο καυλί μου, κάνοντάς το να σκληραίνει ακόμα περισσότερο. “Είσαι εντάξει, Γιάννη;” ρώτησε η μητέρα μου, και εγώ απάντησα “Ναι, μαμά, απλά ζεσταίνομαι”, ενώ τα δάχτυλά μου έφταναν στο μουνί της Ελένης, νιώθοντας το υγρό της μέσα από το εσώρουχο. “Είναι μούσκεμα”, ψιθύρισα, και εκείνη απάντησε: “Θέλω τον πούτσο σου βαθιά μέσα μου”. Η Νίκη ήρθε πιο κοντά, το χέρι της να γλιστράει στο παντελόνι μου, τρίβοντας τον πούτσο μου αργά, ενώ η μητέρα μου μιλούσε για τη δουλειά της. Ο ιδρώτας έσταζε στην πλάτη μου, ο κίνδυνος να μας πιάσει με έκανε να καυλώνω τρελά – η μητέρα μου εκεί, και εγώ να βάζω δάχτυλο στη θεία μου κάτω από το τραπέζι, ενώ η Νίκη μου έτριβε τον πούτσο.
Η συζήτηση συνεχιζόταν, η μητέρα μου να λέει για τα σχέδιά της για το Σαββατοκύριακο, και εγώ να απαντάω με μισές προτάσεις, ενώ τα δάχτυλά μου έμπαιναν βαθιά στο μουνί της Ελένης, νιώθοντας τα τοιχώματα να σφίγγουν γύρω τους, τα υγρά της να βρέχουν το χέρι μου. “Ναι, μαμά, ακούγεται καλό”, είπα, ενώ η Ελένη ψιθύριζε: “Πιο γρήγορα, Γιάννη, θέλω να χύσω”. Η Νίκη, δίπλα μου, άνοιξε το φερμουάρ μου αθόρυβα, βγάζοντας τον πούτσο μου έξω, και άρχισε να τον τρίβει αργά, η παλάμη της ζεστή και υγρή από ιδρώτα. “Είναι τόσο σκληρός”, ψιθύρισε, και εγώ ένιωσα το σπέρμα να ανεβαίνει, αλλά κρατήθηκα – ο κίνδυνος να χύσω εκεί, μπροστά στη μητέρα μου, με έκανε να καυλώνω ακόμα περισσότερο. Η Ελένη άρχισε να τρέμει ελαφρά, το μουνί της να σφίγγει γύρω από τα δάχτυλά μου, και ψιθύρισε: “Θα χύσω, Γιάννη, μην σταματάς”. Η μητέρα μου σήκωσε το βλέμμα: “Ελένη, είσαι εντάξει; Φαίνεσαι αναψοκοκκινισμένη”. “Ναι, αδερφή, απλά ζεσταίνομαι”, απάντησε η Ελένη, ενώ χύνει σιγανά στο χέρι μου, τα υγρά της να στάζουν στους μηρούς της. Η Νίκη επιτάχυνε το τρίψιμο, και εγώ ψιθύρισα: “Σταμάτα, θα χύσω”. Αλλά εκείνη χαμογέλασε πονηρά: “Θέλω το σπέρμα σου στο χέρι μου”.
Η μητέρα μου είπε ότι θα πήγαινε στην τουαλέτα, και μόλις έφυγε, η Ελένη με φίλησε παθιασμένα: “Γάμησέ με τώρα, Γιάννη, δεν αντέχω”. Η Νίκη γονάτισε, ρουφώντας τον πούτσο μου γρήγορα, η γλώσσα της να γυρίζει, ενώ η Ελένη έτριβε το μουνί της βλέποντάς μας. “Ναι, πιπίλα τον, Νίκη”, ψιθύρισε η Ελένη, και εγώ ώθησα το καυλί μου βαθιά στο στόμα της Νίκης, νιώθοντας τον λαιμό της να σφίγγει. Αλλάξαμε, γαμώντας την Ελένη όρθια, το καυλί μου να χτυπάει βαθιά, ενώ η Νίκη έγλειφε τα αρχίδια μου. “Πιο δυνατά, γάμησέ με σαν τσούλα”, βογκούσε η Ελένη, και εγώ ώθησα, τα υγρά της να βρέχουν το πάτωμα. Η Νίκη μπήκε μπροστά, το μουνί της υγρό, και μπήκα μέσα της, χτυπώντας, ενώ η Ελένη ρουφούσε τις θηλές της. Χύσαμε γρήγορα, το σπέρμα μου να γεμίζει το μουνί της Νίκης, και η Ελένη το έγλειφε μετά, η γεύση μας ανακατεμένη.
Η μητέρα μου επέστρεψε, και κάθισαμε ξανά, αλλά η καύλα δεν έφευγε. Κάτω από το τραπέζι, το χέρι μου γλίστρησε πάλι στο μουνί της Ελένης, και εκείνη ψιθύρισε: “Θέλω περισσότερο σύντομα”. Η Νίκη έτριβε τον πούτσο μου, και η μητέρα μου μιλούσε αμέριμνη. Ο κίνδυνος με έκανε να καυλώνω τρελά – η μητέρα μου εκεί, και εγώ να βάζω δάχτυλο στη θεία μου, ενώ η εξαδέρφη μου μου τρίβει τον πούτσο. Όταν έφυγε η μητέρα μου, η Ελένη είπε: “Τώρα γάμησέ μας ελεύθερα”. Και η νύχτα ξεκίνησε ξανά, με περισσότερα γαμήσια – η Νίκη να με καβαλάει, το μουνί της υγρό γύρω από τον πούτσο μου, τα στήθη της να κουνιούνται, ενώ η Ελένη δάγκωνε τις θηλές της. “Πιο γρήγορα, ξάδερφε, γάμησέ με σκληρά”, βογκούσε η Νίκη, και εγώ ώθησα, νιώθοντας το καυλί μου να χτυπάει βαθιά. Η Ελένη ήρθε από πίσω, γλείφοντας το κωλοτρυπίδα της Νίκης, η γλώσσα της ζεστή. Χύσαμε, το σπέρμα να καλύπτει τα κορμιά τους, και συνεχίσαμε, εξερευνώντας κάθε γωνιά του σπιτιού με νέα γαμήσια.