Το κάμπινγκ στο νότιο Άμστερνταμ ήταν από εκείνα που δεν κοιμόσουν ποτέ ήσυχος. Ήταν Αύγουστος, η θερμοκρασία ακόμα και τα μεσάνυχτα παρέμενε πάνω από 22 βαθμούς, και ο αέρας μύριζε χόρτο, μπάρμπεκιου και λίγο ιδρώτα από τα κορμιά που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στις τέντες. Παντού υπήρχαν μικρές ομάδες νέων – Ολλανδοί, Γερμανοί, Ιταλοί, μερικοί Έλληνες σαν την Άννα και τον Δημήτρη – να πίνουν μπύρες γύρω από αυτοσχέδιες φωτιές, να γελάνε δυνατά, να παίζουν κιθάρα. Οι τέντες ήταν τόσο κοντά η μία στην άλλη που άκουγες τον διπλανό να ροχαλίζει, να γυρίζει στον υπνόσακο, ακόμα και ψιθύρους από ερωτοτροπίες.

Η Άννα και ο Δημήτρης είχαν έρθει για πέντε μέρες Interrail, αλλά η τρίτη νύχτα ήταν αυτή που άλλαξε τα πάντα. Η Άννα, 25 χρονών, με λεπτό κορμί, στήθος που μόλις χωρούσε στις παλάμες του Δημήτρη, σκούρα καστανά μαλλιά μέχρι τη μέση και ένα σκανταλιάρικο χαμόγελο, είχε πάντα μια αδυναμία στο ρίσκο. Ο Δημήτρης, 28, πιο ψηλός, με καλοσχηματισμένους ώμους από γυμναστήριο και ένα πούτσο που η Άννα λάτρευε να πιάνει ξαφνικά, ήταν πιο συντηρητικός – αλλά η Άννα ήξερε πώς να τον “ξυπνήσει”.

Εκείνο το βράδυ, μετά από μερικές μπύρες και χορό δίπλα στη λίμνη, γύρισαν στη μικρή τους τέντα δύο ατόμων. Η τέντα ήταν στριμωγμένη ανάμεσα σε άλλες τρεις: αριστερά ένα ζευγάρι Ολλανδών που δεν σταματούσε να γελάει, δεξιά μια παρέα τεσσάρων Γερμανών που έπαιζαν κάρτες, και πίσω μια μοναχική τέντα με κάποιον που άκουγες να κουνιέται κάθε τόσο.

Μόλις μπήκαν μέσα και έκλεισαν το φερμουάρ, η Άννα γύρισε και φίλησε τον Δημήτρη βαθιά, πιέζοντας το κορμί της πάνω του. «Σε θέλω τώρα», ψιθύρισε. «Εδώ; Με τόσο κόσμο γύρω;» ρώτησε εκείνος, αλλά η φωνή του πρόδιδε τον ερεθισμό. Το καυλί του είχε ήδη αρχίσει να σκληραίνει μέσα στο σορτσάκι.

«Ναι, εδώ», είπε η Άννα και γονάτισε μπροστά του. «Αν νιώσεις ότι δεν το αντέχεις, λέμε stop. Αλλά ξέρω ότι θα σου αρέσει η αίσθηση ότι μπορεί να μας ακούσουν… ή να μας δουν». Τα μάτια της έλαμπαν στο αμυδρό φως από τα φανάρια του κάμπινγκ που έμπαινε από το ύφασμα της τέντας.

Ο Δημήτρης έγνεψε καταφατικά, η ανάσα του βαριά. Η Άννα τράβηξε αργά το σορτσάκι του κάτω, απελευθερώνοντας τον πούτσο του που πετάχτηκε σκληρός μπροστά στο πρόσωπό της. Ήταν ήδη υγρός από την προεκσπερμάτιση. Τον πήρε στο στόμα της αργά, γλείφοντας την κεφαλή με τη γλώσσα της, ενώ τα χέρια της χάιδευαν τους όρχεις του. Ο Δημήτρης έπνιξε ένα βογκητό, κοιτάζοντας γύρω μήπως κάποιος κουνιόταν στις διπλανές τέντες.

Από έξω ακούγονταν γέλια, βήματα που περνούσαν κοντά, κάποιος να φωνάζει «Πού είναι η μπύρα μου;». Η Άννα συνέχιζε, ρουφώντας πιο βαθιά, αφήνοντας σάλια να τρέχουν στο πούτσο του. «Μμμμ… σου αρέσει έτσι, έτσι δεν είναι;» ψιθύρισε ανάμεσα στις ρουφηξιές. «Ναι… γαμώτο, Άννα…», απάντησε εκείνος σιγανά.

Ξαφνικά, φως από φακό πέρασε πάνω από την τέντα τους – κάποιος περνούσε δίπλα ψάχνοντας την τουαλέτα. Η Άννα δεν σταμάτησε· αντίθετα, επιτάχυνε, κοιτάζοντας τον Δημήτρη στα μάτια με ένα πονηρό βλέμμα. «Μπορεί να σταματήσει και να κοιτάξει», είπε σιγά. «Θέλεις να σταματήσουμε;» «Όχι… συνέχισε», απάντησε εκείνος, το καυλί του να σπαρταράει στο στόμα της.

Μετά από μερικά λεπτά deepthroat, η Άννα σηκώθηκε, έβγαλε το σορτσάκι της και το εσώρουχο – το μουνί της ήταν ήδη μούσκεμα, τα χείλη πρησμένα από τον πόθο. Κάθισε πάνω του σε cowgirl, καθοδηγώντας τον πούτσο του μέσα της αργά. «Αααα… ναι… γεμίζεις όλο το μουνί μου», ψιθύρισε, αρχίζοντας να κουνιέται πάνω-κάτω. Η τέντα κουνιόταν ελαφρά, ο υπνόσακος έτριζε, και από έξω ακούγονταν βήματα πάλι.

Ο Δημήτρης την έπιασε από τους γοφούς, βοηθώντας την να ανεβοκατεβαίνει πιο γρήγορα. Τα βογκητά τους ήταν πνιχτά, αλλά όχι αρκετά – «Πιο αργά… θα μας ακούσουν», είπε εκείνος. «Ας μας ακούσουν», απάντησε η Άννα και επιτάχυνε, τα στήθη της να κουνιούνται, ο ιδρώτας να τρέχει ανάμεσα τους. Η μυρωδιά του σεξ γέμισε τη μικρή τέντα – ιδρώτας, υγρά, η χαρακτηριστική μυρωδιά του πόθου.

Ξαφνικά, η Άννα γύρισε σε reverse cowgirl, ακουμπώντας τα χέρια της μπροστά, δείχνοντας τον κώλο της στον Δημήτρη. Εκείνος την έπιασε από τους γοφούς και άρχισε να τη γαμάει πιο δυνατά, ο πούτσος του να μπαίνει-βγαίνει βαθιά. «Θέλω να τελειώσω στο στόμα σου», της είπε. «Ναι… έλα…», απάντησε εκείνη.

Την έβαλε ξανά γονατιστή, μπήκε από πίσω (doggy), γαμώντας την με δύναμη αλλά προσεκτικά ώστε η τέντα να μην κουνιέται υπερβολικά. Τα χτυπήματα σάρκας πάνω σε σάρκα ακούγονταν πνιχτά, μαζί με τα υγρά “τσαφ τσαφ” κάθε φορά που έμπαινε μέχρι τη ρίζα. Η Άννα δάγκωσε τον υπνόσακο για να μην φωνάξει δυνατά.

Όταν ένιωσε ότι ερχόταν, ο Δημήτρης βγήκε, την έβαλε γονατιστή μπροστά του και άδειασε στο στόμα της – πυκνές, καυτές ριπές που εκείνη κατάπιε σχεδόν όλο, αφήνοντας λίγο να τρέξει στο πηγούνι της. Μετά, αγκαλιάστηκαν, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι, ακούγοντας τα γέλια από έξω να συνεχίζονται σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Risky Public Sex σε Γεμάτο Κάμπινγκ στο Άμστερνταμ – Μια Απίστευτη Ιστορία Σεξ
Signature: JUcvOQBADWvUrHreGJZ9suWMoewvyWJhfsRkVEx6p2WC8+LI7Qb7JZykfB7dWycD++CWItP1wdZntSF+hpHfOoIDGgADPYt4ac0S9tgJHBu2hkQtxAAbjrItt8/1EhryipyO72bczRuI8fMTZlWYY9kAR1o1cljuJkfcg7QOPOTEZ99bcNaW6dtSFm84wcNgv285pJV+V5E1snUzP1C58bNY15GKScU1Fj6pxwm8jhBAtxdeIZANR+zMSSTRBStrp913JFlCpdsRwOaTpxgn0g==

Η Άννα σκούπισε με το χέρι της το πηγούνι της, ακόμα λαχανιασμένη, και κοίταξε τον Δημήτρη με μάτια που έλαμπαν από την αδρεναλίνη. Το σπέρμα του είχε αφήσει μια γυαλιστερή λάμψη στα χείλη της, και η γεύση του παρέμενε στο στόμα της – αλμυρή, έντονη, σαν υπενθύμιση του ρίσκου που μόλις είχαν πάρει. Η τέντα μύριζε σεξ: ιδρώτας, υγρά από το μουνί της που έσταζαν στον υπνόσακο, και η χαρακτηριστική μυρωδιά του πούτσου του μετά την κορύφωση. Από έξω, τα γέλια της παρέας των Γερμανών συνεχίζονταν, αλλά τώρα υπήρχε μια μικρή παύση – σαν να είχαν ακούσει κάτι. Κάποιος ψιθύρισε στα γερμανικά: “Hörst du das? Klingt wie… na ja, du weißt schon.” Η Άννα γέλασε σιγανά, πνιχτά, και ψιθύρισε στον Δημήτρη: “Μας άκουσαν. Και δεν σταματάμε εδώ.”

Ο Δημήτρης, ακόμα σκληρός – ο πούτσος του δεν είχε προλάβει να μαλακώσει εντελώς – την τράβηξε πάνω του. «Θέλεις κι άλλο;» ρώτησε, η φωνή του βραχνή από την ένταση. «Ναι… θέλω να με γαμήσεις ξανά, πιο βαθιά, πιο δυνατά. Αλλά ας δοκιμάσουμε κάτι καινούργιο. Γύρνα με ανάσκελα.» Η Άννα ξάπλωσε στον υπνόσακο, άνοιξε τα πόδια της διάπλατα, και με τα δάχτυλά της άνοιξε τα χείλη του μουνιού της, δείχνοντάς του πόσο υγρή και έτοιμη ήταν ακόμα. Το κλειτορίδι της ήταν πρησμένο, κόκκινο, και έσταζε. «Έλα, βάλε τον πούτσο σου μέσα μου. Θέλω να νιώσω κάθε εκατοστό.»

Ο Δημήτρης γονάτισε ανάμεσα στα πόδια της, σε missionary position, και μπήκε αργά, αφήνοντάς την να νιώσει την κεφαλή να χωρίζει τα χείλη της, να γλιστράει μέσα από τα υγρά της. «Αααα… ναι, έτσι… βαθιά», βογκηξε η Άννα, δαγκώνοντας το χέρι της για να μην ακουστεί δυνατά. Ο πούτσος του γέμιζε το μουνί της μέχρι τη ρίζα, και κάθε κίνηση έβγαζε έναν υγρό, ρυθμικό ήχο – τσαφ, τσαφ, τσαφ – που ανακατευόταν με τον θόρυβο από έξω: κάποιος έπαιζε κιθάρα σε απόσταση, φωτιές τσιτσάνιζαν, βήματα περνούσαν δίπλα από την τέντα. Ξαφνικά, ένας φακός φώτισε το ύφασμα για ένα δευτερόλεπτο – κάποιος περνούσε κοντά, ψάχνοντας ίσως τα παπούτσια του. Η Άννα έσφιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του Δημήτρη, τραβώντας τον πιο μέσα. «Μη σταματάς… ας μας δει αν θέλει», ψιθύρισε.

Εκείνος επιτάχυνε, τα χτυπήματα έγιναν πιο δυνατά, ο ιδρώτας έτρεχε από το στήθος του και έσταζε πάνω στα στήθη της. Τα χέρια του έπιασαν τους αστραγάλους της και τα σήκωσαν ψηλά, ανοίγοντας την ακόμα περισσότερο – deep missionary. Το μουνί της σφιγγόταν γύρω από τον πούτσο του, και κάθε φορά που έμπαινε μέχρι κάτω, η κεφαλή χτυπούσε τον τράχηλό της, στέλνοντας κύματα ηδονής σε όλο της το κορμί. «Γάμησέ με πιο δυνατά… θέλω να με νιώθεις να τρέμω», είπε εκείνη, και ο Δημήτρης υπάκουσε, γαμώντας την με γρήγορες, βαθιές κινήσεις. Η τέντα κουνιόταν ελαφρά, ο υπνόσακος έτριζε, και από τη διπλανή τέντα ακούστηκε ένα “Shhh… hört ihr das? Die sind am Ficken nebenan.” Γέλια πνιχτά, κάποιος είπε “Lass sie, ist doch geil.”

Η Άννα ένιωσε την κορύφωση να έρχεται ξανά – η αίσθηση ότι τους άκουγαν, ότι μπορεί να τους δουν, την έκανε να εκραγεί. «Έρχομαι… γαμώτο, έρχομαι!» ψιθύρισε, και το μουνί της σφίχτηκε γύρω από τον πούτσο του σαν μέγγενη, τα υγρά της έτρεξαν πάνω στα πόδια του. Ο Δημήτρης δεν άντεξε – βγήκε τελευταία στιγμή, και άδειασε ξανά, αυτή τη φορά πάνω στην κοιλιά και τα στήθη της, πυκνές ριπές που γυάλιζαν στο αμυδρό φως. Ανασάνανε βαριά, αγκαλιασμένοι, αλλά η Άννα δεν είχε χορτάσει.

«Γύρνα με από την πλάτη», είπε, και γύρισε σε doggy style, σηκώνοντας τον κώλο της ψηλά. Ο Δημήτρης, ακόμα σκληρός από την αδρεναλίνη, την έπιασε από τους γοφούς και μπήκε από πίσω με μια κίνηση. «Αααα… ναι, έτσι… γάμησέ με σαν σκύλα», βογκηξε εκείνη, δαγκώνοντας τον υπνόσακο. Τα χτυπήματα ήταν δυνατά τώρα, ο κώλος της κουνιόταν με κάθε κίνηση, και ο πούτσος του έμπαινε-βγαίνει βαθιά, χτυπώντας τον κώλο της με τα πέλματα. Η μυρωδιά του ιδρώτα τους γέμιζε την τέντα, ανακατεμένη με τα υγρά της που έσταζαν στο ύφασμα.

Από έξω, η παρέα είχε σωπάσει λίγο – κάποιος πλησίασε την τέντα τους, και ακούστηκε ένα ψίθυρο: “Hey, ist da jemand drin? Alles okay?” Ο Δημήτρης σταμάτησε για μια στιγμή, ο πούτσος του μέσα της, και ψιθύρισε “Ναι, όλα καλά… απλά… χαλαρώνουμε.” Γέλια από έξω, και ο τύπος απομακρύνθηκε λέγοντας “Okay, sorry… viel Spaß!” Η Άννα γέλασε πνιχτά και κούνησε τον κώλο της: «Συνέχισε… αυτό με έκανε ακόμα πιο καυλωμένη.»

Ο Δημήτρης ξανάρχισε, πιο γρήγορα, πιο άγρια. Μετά από λίγο, την έβαλε σε spooning position – ξαπλωμένη από το πλάι, εκείνος πίσω της, ένα πόδι της σηκωμένο. Έμπαινε αργά, βαθιά, και τα χέρια του χάιδευαν το κλειτορίδι της ενώ τη γάμαγε. «Νιώθεις πόσο σκληρός είμαι ακόμα;» ψιθύρισε. «Ναι… μη σταματάς… θέλω άλλη μια κορύφωση.» Τα δάχτυλά του έκαναν κύκλους στο κλειτορίδι, και η Άννα άρχισε να τρέμει. Οι κινήσεις του ήταν ρυθμικές, βαθιές, και κάθε φορά που έμπαινε, έβγαζε έναν μικρό αναστεναγμό. Από τη διπλανή τέντα ακούστηκε ξανά ψίθυρος: “Die gehen ewig so weiter… geil.” Κάποιος γέλασε σιγανά.

Η Άννα κορυφώθηκε ξανά, το μουνί της να σπαρταράει γύρω από τον πούτσο του, και εκείνος βγήκε, γύρισε την ανάσκελα και μπήκε στο στόμα της για έναν γρήγορο face fuck – ρουφώντας τον βαθιά, μέχρι που τελείωσε ξανά, αυτή τη φορά στο στόμα και στο πρόσωπό της. Ξάπλωσαν εξαντλημένοι, ιδρωμένοι, με το σπέρμα να τρέχει παντού, και τα γέλια από έξω να συνεχίζονται σαν να ήταν μέρος της νύχτας.