Μετά το φαγητό στην ταβέρνα, όπου κάτσαμε σε ένα τραπέζι έξω κάτω από μια κληματαριά, με τον ήλιο να καίει ακόμα και το αεράκι να φέρνει μυρωδιές από ψητό κρέας και ελιές, νιώθαμε όλοι πιο χαλαροί. Σε αυτή την ερωτική ιστορία, η παύση αυτή ήταν σαν μια ανάσα πριν από την επόμενη καταιγίδα πόθου. Ο Στέφανος έφαγε ένα σουβλάκι, ο Μιχάλης ένα μπέργκερ, και εγώ, όπως είπα, ένα λουκάνικο – ένα πονηρό αστείο που μόνο εγώ και ο γιος μου καταλάβαμε, με τα βλέμματά μας να διασταυρώνονται γεμάτα μυστικά. Η γεύση του λουκάνικου στο στόμα μου μου θύμιζε το καυλί του Μιχάλη, ζεστό και παλλόμενο, και ένιωσα ένα ρίγος ανάμεσα στα πόδια μου. “Είστε έτοιμοι για τη συνέχεια;” ρώτησε ο Στέφανος, σκουπίζοντας το στόμα του. “Ναι, αγάπη,” απάντησα, κοιτώντας τον Μιχάλη με ένα χαμόγελο που έκρυβε υποσχέσεις. “Οι επόμενες ώρες θα είναι ακόμα καλύτερες.” Ο Μιχάλης κούνησε καταφατικά, τα μάτια του να λάμπουν. “Μαμά, αντέχω όσο θες.” Επιστρέψαμε στο αυτοκίνητο, και η ζέστη μέσα ήταν αποπνικτική, αλλά ο κλιματισμός σύντομα δρόσισε τον αέρα, κάνοντας τις θηλές μου να σκληραίνουν κάτω από το λεπτό φόρεμα.
Κάθισα ξανά στα γόνατα του Μιχάλη, με την τηλεόραση να μπλοκάρει τη θέα του Στέφανου, και αμέσως ένιωσα το καυλί του να σκληραίνει κάτω από το σορτς του. Η μυρωδιά του ιδρώτα του από το ταξίδι ανακατευόταν με το άρωμά μου, δημιουργώντας μια ερωτική αύρα που με έκανε να βρέχομαι αμέσως. “Είσαι άνετα, μαμά;” ρώτησε ψιθυριστά, τα χέρια του να γλιστρούν απαλά στους μηρούς μου. “Πιο άνετα από ποτέ,” απάντησα, κουνώντας ελαφρά τον κώλο μου πάνω του για να τον ερεθίσω περισσότερο. Ο Στέφανος ξεκίνησε το αυτοκίνητο, και ο δρόμος άρχισε να κυλάει κάτω μας, με τα τοπία της Μακεδονίας να αλλάζουν – χωράφια με ηλιοτρόπια, μικρά χωριά και μακρινοί λόφοι. Αλλά εγώ δεν έβλεπα τίποτα από αυτά· η προσοχή μου ήταν στο καυλί του Μιχάλη που πίεζε τον κώλο μου, και η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά από τον κίνδυνο και τον πόθο. “Θέλεις να συνεχίσουμε από εκεί που μείναμε;” ψιθύρισα, σκύβοντας ελαφρά μπροστά για να μην ακούσει ο Στέφανος. “Ναι, μαμά, αλλά μόνο αν το θες κι εσύ,” απάντησε, η φωνή του τεταμένη από έξαψη. “Το θέλω, γιε μου, θέλω να σε νιώσω ξανά μέσα μου,” είπα, και αυτό ήταν η ρητή μας συναίνεση, ένας όρκος που μας έδενε σε αυτό το απαγορευμένο παιχνίδι.
Άρχισα να κουνιέμαι αργά, τρίβοντας τον κώλο μου πάνω στο καυλί του, νιώθοντας το να μεγαλώνει, να σκληραίνει, να παλλεται μέσα από το λεπτό ύφασμα. Τα χέρια του ανέβηκαν ψηλότερα, κάτω από το φόρεμα, αγγίζοντας το εσώρουχό μου που ήταν ήδη υγρό. “Σκατά, μαμά, είσαι τόσο βρεγμένη,” ψιθύρισε, τα δάχτυλά του να τρίβουν την κλειτορίδα μου μέσα από το ύφασμα. Βόγκηξα χαμηλά, δαγκώνοντας τα χείλη μου για να μην ακουστώ, ενώ ο Στέφανος τραγουδούσε μαζί με το ραδιόφωνο, ανίδεος για το τι συνέβαινε πίσω από την τηλεόραση. Η αίσθηση των δαχτύλων του ήταν ηλεκτρική – κυκλικές κινήσεις που με έκαναν να σφίγγω τα πόδια μου, να θέλω περισσότερο. “Συνέχισε,” ψιθύρισα, “αγγίζε με πιο βαθιά.” Εκείνος υπάκουσε, γλιστρώντας το δάχτυλό του κάτω από το εσώρουχο, αγγίζοντας τα χείλη του μουνιού μου, που ήταν πρησμένα από πόθο. “Θεέ μου, μαμά, το μουνί σου είναι τόσο ζεστό,” είπε, και μπήκε ένα δάχτυλο μέσα μου αργά, νιώθοντας την υγρασία να τον τυλίγει. Κούνησα τους γοφούς μου ρυθμικά, καβαλώντας το δάχτυλό του, ενώ το καυλί του πίεζε από κάτω, ζητώντας ελευθερία.
Ο δρόμος είχε κίνηση τώρα, φορτηγά και αυτοκίνητα γύρω μας, αλλά αυτό έκανε την κατάσταση ακόμα πιο ερεθιστική – ο κίνδυνος να μας δουν, να ακούσουν. “Μιχάλη, θέλω τον πούτσο σου,” ψιθύρισα, σηκώνοντας ελαφρά για να τραβήξω το εσώρουχό μου στο πλάι. Εκείνος, με τρεμάμενα χέρια, ξεκούμπωσε το σορτς του, ελευθερώνοντας το καυλί του, που πετάχτηκε σκληρό και παλλόμενο, η κεφαλή υγρή από προερωτικά υγρά. “Είσαι σίγουρος, μαμά; Ο μπαμπάς είναι δίπλα,” είπε, αλλά η φωνή του ήταν γεμάτη πόθο. “Ναι, γιε μου, το θέλω τώρα, αλλά αργά για να μην καταλάβει,” απάντησα, και κατέβηκα αργά πάνω του, νιώθοντας την κεφαλή να πιέζει την είσοδο του μουνιού μου. Γλίστρησε μέσα εύκολα, λόγω της υγρασίας μου, γεμίζοντάς με πλήρως, τα τοιχώματα μου να σφίγγουν γύρω του. Βόγκηξα πνιχτά, και για να καλύψω τον ήχο, είπα δυνατά στον Στέφανο: “Αγάπη, βάλε λίγο μουσική πιο δυνατά, μου αρέσει αυτό το τραγούδι.” Εκείνος υπάκουσε, και η μουσική κάλυψε τα βογκητά μας.
Άρχισα να κουνιέμαι αργά, πάνω-κάτω, νιώθοντας κάθε εκατοστό του καυλιού του να γλιστράει μέσα μου, να χτυπάει το βάθος μου. Τα χέρια του πίεζαν τους γοφούς μου, καθοδηγώντας με, ενώ εγώ έσκυβα μπροστά, δήθεν για να δω τον δρόμο, αλλά στην πραγματικότητα για να κρύψω το πρόσωπό μου από τον καθρέφτη. “Γάμησέ με, Μιχάλη,” ψιθύρισα, και εκείνος σήκωσε ελαφρά τους γοφούς του, σπρώχνοντας βαθύτερα, ο ρυθμός μας να συγχρονίζεται με τους κραδασμούς του αυτοκινήτου. Η μυρωδιά του sex γέμιζε τον χώρο – ιδρώτας, υγρά μου, το άρωμά του – και φοβόμουν μήπως ο Στέφανος το μυρίσει, αλλά αυτό με ερέθιζε περισσότερο. Τα στήθη μου τρίβονταν στο φόρεμα, οι θηλές σκληρές, και ο Μιχάλης γλίστρησε ένα χέρι μπροστά, ξεκουμπώνοντας μερικά κουμπιά για να πιάσει το ένα στήθος μου, πιέζοντάς το, τσιμπώντας τη θηλή. “Σκατά, μαμά, τα βυζιά σου είναι τέλεια,” ψιθύρισε, και εγώ βογκούσα χαμηλά, νιώθοντας τον οργασμό να πλησιάζει.
Ο δρόμος είχε στροφές τώρα, και κάθε κούνημα του αυτοκινήτου έκανε το καυλί του να μπαίνει βαθύτερα, χτυπώντας εκείνο το ευαίσθητο σημείο μέσα μου. “Πιο γρήγορα,” ικέτεψα, και εκείνος επιτάχυνε, τα αρχίδια του να χτυπάνε τον κώλο μου υγρά. Ο Στέφανος ρώτησε: “Είσαι καλά πίσω, Ελένη; Φαίνεσαι ανήσυχη.” “Ναι, αγάπη, απλά η ζέστη,” απάντησα λαχανιασμένη, ενώ χύναγα, το μουνί μου να σφίγγεται γύρω από το καυλί του, κύματα ηδονής να με διαπερνούν. Ο Μιχάλης ακολούθησε, χύνοντας μέσα μου, ζεστό σπέρμα να με γεμίζει, και ένιωσα να ρέει στους μηρούς μου. Μείναμε έτσι για λίγο, λαχανιασμένοι, με το καυλί του ακόμα μέσα μου, μαλακώνοντας αργά.
Αλλά η έξαψη δεν σταμάτησε εκεί. Μετά από λίγο, καθώς ο δρόμος γινόταν πιο ευθύς, ο Μιχάλης ψιθύρισε: “Θέλω να σε γλείψω, μαμά.” Η ιδέα με τρέλανε. “Πώς;” ρώτησα. “Σήκω λίγο, σαν να βολεύεσαι.” Σήκωσα τους γοφούς μου, και εκείνος γλίστρησε κάτω, το κεφάλι του να φτάνει ανάμεσα στα πόδια μου. Η γλώσσα του άγγιξε την κλειτορίδα μου, γλείφοντας τα υγρά μας, και εγώ έσφιξα τα χείλη μου για να μην φωνάξω. “Γλείψε με, γιε μου,” ψιθύρισα, και εκείνος βύθισε τη γλώσσα μέσα στο μουνί μου, ρουφώντας, δαγκώνοντας απαλά. Η αίσθηση ήταν εκρηκτική – η γλώσσα του να εξερευνά, τα δόντια να αγγίζουν, ενώ εγώ κουνιόμουν ρυθμικά. Ο Στέφανος άλλαξε σταθμό, και η μουσική κάλυψε τους υγρούς ήχους. Χύσα ξανά, τα υγρά μου να βρέχουν το πρόσωπό του, και εκείνος συνέχισε, πίνοντας κάθε σταγόνα.