Ο Κώστας, ένας 30χρονος Έλληνας με σκούρα μαλλιά και μυώδες σώμα, περπατούσε στους πολυσύχναστους δρόμους της Αθήνας ένα ζεστό καλοκαιρινό απόγευμα. Ο ήλιος άρχιζε να δύει, ρίχνοντας μια χρυσή λάμψη πάνω από την πόλη. Καθώς περπατούσε μπροστά από ένα μικρό καφέ, το βλέμμα του έπεσε πάνω σε μια γυναίκα που καθόταν μόνη σε ένα τραπέζι έξω. Έπινε τον καφέ της, τα μακριά, σκούρα μαλλιά της έπεφταν σαν καταρράκτης στην πλάτη της και το ελαιόχρωμο δέρμα της λάμπει στο φως που σβήνει. Δεν μπόρεσε να μην την προσέξει.
Πλησίασε το τραπέζι της, προσπαθώντας να κρύψει την νευρικότητά του. «Συγγνώμη, δεν μπόρεσα να μην σας προσέξω που κάθεστε εδώ μόνη. Μπορώ να καθίσω μαζί σας;»
Αυτή σήκωσε το βλέμμα της και τα σκούρα μάτια της συνάντησαν τα δικά του. Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της. «Φυσικά, γιατί όχι;» είπε με απαλή και φιλόξενη φωνή. «Είμαι η Χαρά.»
Ο Κώστας κάθισε και συστηθηκε. «Κώστας. Χάρηκα για τη γνωριμία, Χαρά.»
Μίλησαν για λίγο και η συζήτηση κυλούσε ομαλά. Η Χαρά είχε μια ζεστασιά που ήταν μεταδοτική και ο Κώστας ένιωσε να την έλκει ακόμα περισσότερο. Καθώς η νύχτα προχωρούσε, βρέθηκαν να περπατούν στους ήσυχους δρόμους, τα χέρια τους να αγγίζουν το ένα το άλλο.
«Ξέρεις», είπε η Χαρά, με φωνή χαμηλή, «πάντα ήθελα να κάνω κάτι λίγο… περιπετειώδες».
Ο Κώστας σήκωσε ένα φρύδι. «Περιπετειώδες, ε; Σαν τι;»
Έσκυψε προς τα εμπρός, τα μάτια της να λάμπουν από σκανταλιά. «Σαν να μας πιάσουν σε δημόσιο χώρο».
Ο Κώστας ένιωσε μια έκρηξη επιθυμίας. Έσκυψε, τα χείλη του αγγίζοντας τα δικά της. «Νομίζω ότι μπορώ να σε βοηθήσω».
Βρέθηκαν σε ένα απομονωμένο σοκάκι, μακριά από αδιάκριτα βλέμματα. Ο Κώστας έσπρωξε τη Χαρά στον τοίχο, τα χέρια του περνώντας μέσα από τα μαλλιά της. Αιχμαλώτισε τα χείλη της σε ένα βαθύ φιλί, η γλώσσα του εξερευνώντας το στόμα της. Εκείνη γκρίνιαξε απαλά, τα χέρια της σφίγγοντας τους ώμους του.
Απομακρύνθηκε, κατεβάζοντας φιλιά στο λαιμό της, δαγκώνοντας το στέρνο της. «Έχεις τόσο ωραία γεύση», ψιθύρισε, η φωνή του βραχνή από την επιθυμία.
Της άγγιξε τα στήθη, ο αντίχειράς του αγγίζοντας τις ρώγες της μέσα από το λεπτό ύφασμα του φορέματός της. Εκείνη αναστέναξε, κλείνοντας τα μάτια της. «Κώστα…», ψιθύρισε.
Της δάγκωσε τη ρώγα μέσα από το ύφασμα και εκείνη έβγαλε μια απότομη κραυγή, το σώμα της καμπυλωμένο πάνω του. Χαμογέλασε, νιώθοντας μια αίσθηση δύναμης. Έσκυψε, σήκωσε το φόρεμά της και έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα μπούτια της. Ήταν ήδη υγρή, το εσώρουχό της μούσκεμα.
Της έτριψε τον αντίχειρά του πάνω στην κλειτορίδα της, κάνοντάς την να βογκάει. «Είσαι τόσο υγρή για μένα, Χαρά. Τόσο έτοιμη».
Αυτή κούνησε το κεφάλι, αναπνέοντας με γρήγορες ανάσες. «Ναι, Κώστα. Σε θέλω».
Έβαλε τα δάχτυλά του μέσα της, βρίσκοντάς την υγρή και καυτή. Αυτή φώναξε, κρατώντας σφιχτά τον καρπό του. Την πήδηξε με τα δάχτυλά του, ο αντίχειράς του συνεχίζοντας να περιστρέφεται γύρω από την κλειτορίδα της. Τα βογκητά της γίνονταν όλο και πιο δυνατά, το σώμα της έτρεμε με κάθε ώθηση.
Έβγαλε τα δάχτυλά του και τα έφερε στο στόμα του. Ρούφηξε τους χυμούς της, τα μάτια του κολλημένα στα δικά της. «Έχεις απίστευτη γεύση», είπε.
Έπεσε στα γόνατα, σηκώνοντας το φόρεμά της μέχρι τη μέση. Έσπρωξε το εσώρουχό της στο πλάι, η ανάσα του καυτή πάνω στο μουνί της. Την έγλειψε, η γλώσσα του γλιστρώντας ανάμεσα στα πτυχωτά της. Εκείνη φώναξε, τα χέρια της σφίγγοντας τα μαλλιά του.
«Κώστα, ναι», γκρίνιαξε, οι γοφοί της κινούνταν πάνω στο στόμα του.
Σηκώθηκε, τραβώντας την πάνω του. Την φίλησε βαθιά, η γλώσσα του μπλέχτηκε με τη δική της. Μπορούσε να γευτεί τον εαυτό της πάνω του, και αυτό τον εξίταρε ακόμα περισσότερο. Την γύρισε, σπρώχνοντάς την πάλι στον τοίχο. Σήκωσε το φόρεμά της, αποκαλύπτοντας τον κώλο της. Τον χαστούκισε, κάνοντάς την να αναστενάζει.
«Σου αρέσει αυτό, έτσι;», είπε με χαμηλή φωνή.
Αυτή κούνησε το κεφάλι, αναπνέοντας με σύντομες ανάσες. «Ναι, Κώστα. Μου αρέσει».
Έτριψε το καβλί του πάνω της, νιώθοντας την υγρασία της. Της άρπαξε τους γοφούς, σπρώχνοντάς την. Αυτή φώναξε, κρατώντας τα χέρια της στον τοίχο. Άρχισε να κινείται, το καβλί του γλιστρώντας μέσα και έξω από αυτήν.
«Πιο γρήγορα, Κώστα», γκρίνιαξε. «Πιο δυνατά».
Την ικανοποίησε, χτυπώντας τους γοφούς του πάνω στους δικούς της. Ο ήχος των σωμάτων τους που ένωναν γέμισε το σοκάκι, οι στεναγμοί τους αντηχούσαν στους τοίχους.
«Ναι, ναι, ναι», ψιθύριζε, το σώμα της να τρέμει.
Ο Κώστας ένιωθε τον οργασμό να τον πλημμυρίζει. Τράβηξε έξω, το πέος του να πάλλεται στο χέρι του. Έφτασε σε οργασμό, το σπέρμα του να εκτοξεύεται στην πλάτη της. Εκείνη βογκούσε, το σώμα της να τρέμει από τον δικό της οργασμό.
Έμειναν έτσι για μια στιγμή, τα σώματά τους κολλημένα, οι αναπνοές τους να βγαίνουν σε ακανόνιστους λαχάνιασμα. Ο Κώστας απομακρύνθηκε, αφήνοντας ένα απαλό φιλί στον ώμο της.
«Αυτό ήταν… απίστευτο», είπε η Χαρά, με ανάσα κομμένη.
Ο Κώστας χαμογέλασε, με το πέος του ακόμα ημίσκληρο. «Δεν τελειώσαμε ακόμα», είπε.
Την οδήγησε πιο μέσα στο σοκάκι, βρίσκοντας ένα σημείο όπου μπορούσαν να καθίσουν. Κάθισε, τραβώντας την πάνω του. Εκείνη τον καβάλησε, το μουνί της τρίβονταν πάνω στο πέος του. Την φίλησε, τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά τους γοφούς της.
«Καβάλησέ με», είπε με χαμηλή φωνή.
Αυτή κούνησε το κεφάλι, τα μάτια της κολλημένα στα δικά του. Κατέβηκε πάνω στο πουλί του, παίρνοντάς τον μέσα της σπιθαμή προς σπιθαμή. Και οι δύο γκρίνιαζαν, τα σώματά τους πιεζόταν το ένα πάνω στο άλλο. Αυτή άρχισε να κινείται, οι γοφοί της ανέβαιναν και κατέβαιναν.
Ο Κώστας έφτασε τα χέρια του και της άγγιξε τα στήθη. Της δάγκωσε τις ρώγες, κάνοντάς την να φωνάξει. Εκείνη τον καβάλησε πιο δυνατά, το σώμα της χτυπώντας πάνω στο δικό του. Ένιωθε τον οργασμό του να ξαναχτίζεται.
«Τελείωσε μέσα μου, Κώστα», γκρίνιαξε. «Θέλω να σε νιώσω να τελειώνεις μέσα μου».
Ο Κώστας γρύλισε, το σώμα του τεντώθηκε. Την άρπαξε από τους γοφούς, χτυπώντας την πάνω στο πέος του. Έφτασε σε οργασμό, το σώμα του τρέμοντας από τη δύναμη του οργασμού του. Εκείνη φώναξε, το σώμα της σπασμωδικό από τον δικό της οργασμό.
Έμειναν έτσι για μια στιγμή, τα σώματά τους σφιχτά ενωμένα, οι αναπνοές τους ακανόνιστες. Ο Κώστας απομακρύνθηκε, αφήνοντας ένα απαλό φιλί στα χείλη της.
«Ήταν… απίστευτο», είπε η Χαρά, με ανάσα κομμένη.
Ο Κώστας χαμογέλασε, με το πουλί του ακόμα ημίσκληρο. «Δεν τελειώσαμε ακόμα», είπε.
Την βοήθησε να σηκωθεί, γυρίζοντάς την. Την έσπρωξε πάλι στον τοίχο, με τα χέρια της να στηρίζονται στα τραχιά τούβλα. Γονάτισε, η γλώσσα του βρίσκοντας το μουνί της. Εκείνη φώναξε, το σώμα της τρέμοντας.
Την έγλειψε, η γλώσσα του γλιστρώντας ανάμεσα στα πτυχωτά της. Αυτή γκρίνιαξε, οι γοφοί της κινούμενοι πάνω στο στόμα του. Έφτασε ψηλά, τα δάχτυλά του βρίσκοντας την κλειτορίδα της. Την τρίψε, η γλώσσα του ακόμα να την γλείφει. Αυτή φώναξε, το σώμα της σπασμωδικό από τον οργασμό.
Ο Κώστας σηκώθηκε, γυρίζοντάς την. Έπεσε στα γόνατα, τα χέρια της πιάνοντας το πουλί του. Έγλειψε την άκρη, τα μάτια της κολλημένα στα δικά του. Γρύλισε, το σώμα του τεντώθηκε.
«Ρούφα με», είπε, με χαμηλή φωνή.
Αυτή κούνησε το κεφάλι, το στόμα της ανοίγοντας διάπλατα. Τον πήρε μέσα, τα χείλη της γλιστρώντας κάτω στο πουλί του. Γρύλισε, τα χέρια του πιάνοντας τα μαλλιά της. Τον ρούφηξε, το κεφάλι της κινούμενο πάνω-κάτω. Ένιωθε τον οργασμό του να φουντώνει.
«Τελείωσε στο στόμα μου, Κώστα», γκρίνιαξε, η φωνή της πνιχτή από το πέος του.
Ο Κώστας έβγαλε ένα μουγκρητό, το σώμα του τεντώθηκε. Τελείωσε, το σπέρμα του εκτοξεύτηκε στο στόμα της. Εκείνη κατάπιε, τα μάτια της κολλημένα στα δικά του.
Έμειναν έτσι για μια στιγμή, τα σώματά τους κολλημένα, οι αναπνοές τους ακανόνιστες. Ο Κώστας απομακρύνθηκε, αφήνοντας ένα απαλό φιλί στα χείλη της.
«Ήταν… απίστευτο», είπε η Χαρά, με ανάσα κομμένη.
Ο Κώστας απομακρύνθηκε, αφήνοντας ένα απαλό φιλί στα χείλη της. «Αυτό ήταν… απίστευτο», είπε.
Η Χαρά χαμογέλασε, το σώμα της ακόμα τρέμοντας από τους μετασεισμούς. «Νομίζω ότι πρέπει να το ξανακάνουμε», είπε.
Ο Κώστας γέλασε, το πουλί του ήδη μισοσκληρό ξανά. «Νομίζω ότι αυτό μπορεί να κανονιστεί», είπε.