Ποτέ δεν πίστευα ότι η σέξι γειτόνισσά μου, η Λία, θα ήταν αυτή που θα υποκύψει σε μένα, αλλά εδώ ήμασταν.
Είχα πιάσει το βλέμμα της μερικές φορές — τα στενά καλοκαιρινά φορέματά της, το τέλειο κούνημα των γοφών της όταν περνούσε μπροστά από το παράθυρό μου. Ήξερα ότι ήταν μπελάς από τη στιγμή που μου χαμογέλασε.
Με προσκάλεσε με το πρόσχημα ότι ήθελα να της ζητήσω ζάχαρη, αλλά ο τρόπος που τα δάχτυλά της έμειναν πάνω μου όταν μου την έδωσε τα έλεγε όλα. Μέσα σε λίγα λεπτά, ήμασταν κολλημένοι στον πάγκο της κουζίνας της, τα χείλη της πίεζαν τα δικά μου, τα δάχτυλά της έμειναν πάνω μου όταν μου την έδωσε.
«Το ήξερα ότι το ήθελες», μου είπε, κρατώντας την από τη μέση.
«Από πότε;», ρώτησα, χαζεύοντας τα σφιχτά στήθη της.
Αναστέναξε στο στόμα μου, τρίβοντας τον κώλο της στον ήδη σκληρό μου πούτσο. «Απόδειξέ το, τότε».
Δεν έχασα χρόνο. Τα χέρια μου γλίστρησαν κάτω από το φόρεμά της, βρίσκοντας το βρεγμένο εσώρουχό της. Αναστέναξε όταν τα δάχτυλά μου πίεσαν την κλειτορίδα της, τρίβοντάς την με αργούς κύκλους. «Γαμώτο, στάζεις», μουρμούρισα.
«Εξαιτίας σου», ψιθύρισε.
Τράβηξα το εσώρουχό της προς τα κάτω, σκύβοντάς την προς τα εμπρός πάνω στον πάγκο. Το μουνί της έλαμπε, ζητώντας προσοχή, αλλά εγώ είχα άλλα σχέδια. Έβαλα το χέρι στην τσέπη μου και έβγαλα το μικρό δονητή που πάντα κουβαλούσα μαζί μου. Τα μάτια της μεγάλωσαν όταν άκουσε το βουητό.
«Όχι εκεί», της διέταξα, πιέζοντας το παιχνίδι στο σφιχτό κωλαράκι της.
Αναστέναξε, τα δάχτυλά της γρατζουνίζοντας τον πάγκο. «Πέτρο…»
«Σου αρέσει, έτσι;», την πείραξα, περιστρέφοντας το δονητή γύρω από την άκρη της, νιώθοντας την να σφίγγεται. «Θέλεις το πουλί μου εκεί;»
«Ναι», γκρίνιαξε, σπρώχνοντας προς τα πίσω.
Έφτυσα στην τρύπα της, βάζοντας το δονητή τόσο ώστε να την βλέπω να σπαρταράει. Η αναπνοή της κόπηκε και εγώ χαμογέλασα. «Γαμώτο, το παίρνεις τόσο καλά». Πίεσα πιο βαθιά, κάνοντάς την να κλαψουρίσει.
Τότε, χωρίς προειδοποίηση, έβγαλα το παιχνίδι και το αντικατέστησα με τον αντίχειρά μου, σπρώχνοντας μέσα. Φώναξε, σφίγγοντας το μουνί της. «Ω, Θεέ μου…»
«Θα με ικετεύσεις για το πουλί μου πριν τελειώσω», της υποσχέθηκα, βάζοντας τον αντίχειρά μου πιο βαθιά.
Και το έκανε.
Μέχρι που την έσκυψα πάνω στον καναπέ, με τον κώλο της στον αέρα, φώναζε το όνομά μου. Έβαλα το πουλί μου μέσα στην κωλοτρυπίδα της, πιέζοντας την άκρη του πάνω στο κωλοτρυπίδι της. «Ανάπνευσε», της διέταξα, και μετά μπήκα μέσα.
Η κραυγή της ήταν καθαρή απόλαυση καθώς την άνοιγα, σπιθαμή προς σπιθαμή. «Γαμώτο, είσαι τόσο σφιχτή», γρύλισα, αρπάζοντας τους γοφούς της.
Αυτή γκρίνιαζε, σπρώχνοντας προς τα πίσω. «Κι άλλο, σε παρακαλώ…»
Της το έδωσα. Σκληρά.
Οι ωθήσεις μου ήταν βαθιές, βίαιες, κάθε μία την έκανε να τρέμει. Ο ήχος των αρχιδιών μου που χτυπούσαν το μουνί της ήταν άσεμνος, και μου άρεσε. Κάθε φορά που έφτανα στο τέλος, κλαψούριζε, με το μουνί της να στάζει στα μπούτια της.
Έφτασα πίσω, βρήκα την κλειτορίδα της και άρχισα να την τρίβω γρήγορα με κυκλικές κινήσεις. «Τελείωσε για μένα», της ζήτησα.
Όλο το σώμα της τεντώθηκε και μετά τελείωσε με μια κραυγή, σφίγγοντας τον κώλο της γύρω από το πουλί μου. Δεν σταμάτησα. Την γάμησα μέχρι τέλους, κυνηγώντας την δική μου εκσπερμάτωση, μέχρι που βυθίστηκα βαθιά μέσα της και την γέμισα.
Όταν βγήκα, κατέρρευσε στον καναπέ, λαχανιάζοντας. Χαμογέλασα, χτυπώντας τον κώλο της. «Την επόμενη φορά, θα φέρω το λουρί».
Έτρεμε. «Το υπόσχεσαι;»