Ο ήλιος είχε δύσει, ρίχνοντας μια ζεστή λάμψη πάνω στο τραπέζι όπου η Σοφία, ο Σπύρος, ο Πέτρος και ο Δημήτρης είχαν μαζευτεί για το βραδινό γεύμα. Η μέρα είχε περάσει με μια σιωπηλή ένταση και κλεφτές ματιές μεταξύ της Σοφίας και του Δημήτρη, που με το ζόρι κατάφερναν να κρατήσουν τα χέρια τους μακριά ο ένας από τον άλλον. Τώρα, καθώς κάθονταν μαζί, η ηλεκτρική ενέργεια στο δωμάτιο ήταν αισθητή.
Η Σοφία, που καθόταν δίπλα στον Δημήτρη, ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει δυνατά καθώς προσπαθούσε να διατηρήσει μια ήρεμη συμπεριφορά. Η ανάμνηση της παθιασμένης συνάντησής τους εκείνο το πρωί ήταν ακόμα νωπή στο μυαλό της και μπορούσε να νιώσει την υγρασία ανάμεσα στα μπούτια της, μια συνεχής υπενθύμιση της λαχτάρας της για αυτόν.
Καθώς έτρωγαν και συζητούσαν, το πόδι της Σοφίας άγγιξε το πόδι του Δημήτρη κάτω από το τραπέζι. Ήταν μια λεπτή κίνηση, αλλά την έκανε να ανατριχιάσει και δάγκωσε το χείλος της για να μην βγάλει ένα βογκητό. Ένιωσε το πόδι του να σπρώχνει το δικό της, μια σιωπηλή αναγνώριση της επιθυμίας που σιγόβραζε μεταξύ τους.
Όταν όλοι τελείωσαν το φαγητό, ο Σπύρος και ο Πέτρος άρχισαν μια ζωηρή συζήτηση, συζητώντας για ένα πρόσφατο αθλητικό αγώνα. Η Σοφία και ο Δημήτρης, όμως, παρέμειναν σιωπηλοί, με τα βλέμματά τους καρφωμένα το ένα στο άλλο, επικοινωνώντας χωρίς λόγια.
Σιγά-σιγά, ο Δημήτρης έβαλε το χέρι του κάτω από το τραπέζι, τα δάχτυλά του αναζητώντας το μηρό της Σοφίας. Εκείνη μετακινήθηκε ελαφρώς, ανοίγοντας τα πόδια της τόσο ώστε να του δώσει πρόσβαση. Το άγγιγμά του ήταν ηλεκτρικό και εκείνη έπρεπε να δαγκώσει το εσωτερικό του μάγουλό της για να μην αναστενάξει.
Τα δάχτυλα του Δημήτρη ανέβηκαν προς τα πάνω, το άγγιγμά του ελαφρύ σαν πούπουλο και πειραστικό. Η αναπνοή της Σοφίας επιταχύνθηκε καθώς το χέρι του ανέβαινε, τα δάχτυλά του πλησιάζοντας σιγά-σιγά το μουνί της. Με μια λεπτή κίνηση, έβαλε δύο δάχτυλα ανάμεσα στα χείλη της, βυθίζοντάς τα στην υγρασία της.
Τα μάτια της Σοφίας μεγάλωσαν και έσφιξε τα χείλη της. Η αίσθηση των δακτύλων του μέσα της ήταν εκστατική και έπρεπε να συγκεντρωθεί για να κρατήσει την έκφρασή της ουδέτερη. Ένιωσε το πρόσωπό της να κοκκινίζει, τα μάγουλά της να καίνε καθώς ένα κύμα ηδονής την κυρίευσε.
Η αφή του Δημήτρη ήταν απαλή αλλά επίμονη, τα δάχτυλά του κινούνταν με αργή, ρυθμική κίνηση. Η αναπνοή της Σοφίας επιταχύνθηκε και μετακινήθηκε ελαφρώς, ανοίγοντας τον εαυτό της περισσότερο σε αυτόν. Μπορούσε να νιώσει την υγρασία να καλύπτει τα δάχτυλά του και ήξερε ότι μπορούσε να αισθανθεί την διέγερσή της.
Κάτω από το τραπέζι, τα δάχτυλα του Δημήτρη έκαναν τα μαγικά τους, πειράζοντας και διεγείροντας τη Σοφία. Καθόταν σιωπηλή, με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει γρήγορα καθώς προσπαθούσε να παραμείνει ψύχραιμη. Η συζήτηση συνεχίστηκε γύρω τους, αλλά η Σοφία την αντιλαμβανόταν μόνο αμυδρά, καθώς όλη της η ύπαρξη ήταν επικεντρωμένη στην ευχαρίστηση που ακτινοβολούσε από το κέντρο του σώματός της.
Με κάθε λεπτή κίνηση των δακτύλων του, η Σοφία ένιωθε την επιθυμία της να αυξάνεται. Ήθελε περισσότερο, τον ήθελε. Η γνώση ότι έπαιρναν τόσο μεγάλο ρίσκο, χωρίς να το ξέρουν ο Σπύρος και ο Πέτρος, έκανε τη στιγμή ακόμα πιο έντονη.
Τελικά, σαν να ένιωσε ότι πλησίαζε η κορύφωση, ο Δημήτρης επιβράδυνε τις κινήσεις του και απέσυρε απαλά τα δάχτυλά του. Η Σοφία συγκράτησε ένα αναστεναγμό διαμαρτυρίας, το σώμα της να πάλλεται από ανεκπλήρωτη ανάγκη. Ένιωσε το χέρι του να σφίγγει απαλά το μηρό της, μια σιωπηλή υπόσχεση ότι θα τελειώσει.
Καθώς η βραδιά έφτανε στο τέλος της και αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους, η Σοφία και ο Δημήτρης αντάλλαξαν ένα νόημα γεμάτο υπονοούμενα, τα μάτια τους μιλώντας πιο δυνατά από τα λόγια. Η ανάμνηση του αγγίγματός του κάτω από το τραπέζι θα την στοίχειωνε όλη τη νύχτα, και ήξερε ότι η σχέση τους, αν και επικίνδυνη, ήταν μακριά από το τέλος της.